Από το Σχολείο στο Διαδίκτυο ... και πάλι πίσω

Ένα blog που βοηθάει να κάνουμε το μάθημά μας στο Σχολείο ... ευκολότερο με ερωτήσεις, ασκήσεις, εργασίες

Ένα blog κυρίως για τη Φυσική Β' και Γ' Γυμνασίου
Καθηγητής: Κυπριωτάκης Νίκος

Παρασκευή, 6 Σεπτεμβρίου 2013

Το σχολείο είναι μια φυλακή – και βλάπτει τα παιδιά μας (Peter Gray)

Το σχολείο είναι μια φυλακή – και βλάπτει τα παιδιά μας

(Peter Gray, salon.com)
26 Αυγούστου 2013

Μετάφραση: Κυπριωτάκης Νίκος
(έτσι επειδή το διάβασα και μου άρεσε ΠΟΛΥ ...
και έτσι ... για να πω .... καλή μας "σχολική" (???) χρονιά)

Τα μεγαλύτερα σχολικά έτη δεν είναι η απάντηση. Το πρόβλημα είναι το ίδιο το σχολείο. Η αναγκαστική διδασκαλία-και-αξιολόγηση απλά δεν λειτουργεί.

 


Οι γονείς στέλνουν τα παιδιά τους στο σχολείο με τις καλύτερες προθέσεις, πιστεύοντας πως είναι ό,τι χρειάζονται για να γίνουν παραγωγικοί και ευτυχισμένοι ενήλικες. Αρκετοί ανησυχούν σχετικά με το πόσο καλά λειτουργούν τα σχολεία, αλλά η συνηθισμένη/συμβατική λογική είναι πως αυτά τα ζητήματα μπορούν να επιλυθούν με περισσότερα χρήματα, καλύτερους καθηγητές/δασκάλους, περισσότερο ενδιαφέροντα προγράμματα σπουδών ή/και περισσότερο αυστηρές εξετάσεις.

Αλλά τι γίνεται, αν το πραγματικό πρόβλημα είναι το σχολείο το ίδιο; Το ατυχές γεγονός είναι πως ένας από τους περισσότερο αγκαλιασμένους με φροντίδα οργανισμούς μας, αποτυγχάνει, από την ίδια τη φύση του, σε σχέση με τα παιδιά μας και την κοινωνία μας.
Το σχολείο είναι ένα μέρος, στο οποίο τα παιδιά αναγκάζονται να βρίσκονται, και όπου η ελευθερία τους περιορίζεται σε μεγάλο βαθμό – περιορίζεται πολύ περισσότερο από όσο θα μπορούσαν να ανεχτούν οι περισσότεροι ενήλικες στα μέρη όπου εργάζονται. Τις τελευταίες δεκαετίες αναγκάζουμε τα παιδιά μας να ξοδεύουν ακόμα περισσότερο χρόνο σε αυτού του είδους το περιβάλλον, και υπάρχει ισχυρή ένδειξη (όπως συνοψίζεται στο πρόσφατο βιβλίο μου) ότι αυτό προκαλεί σοβαρή ψυχολογική βλάβη σε πολλά από αυτά. Ακόμα περισσότερο, όσο οι επιστήμονες μαθαίνουν σχετικά με το πως μαθαίνουν τα παιδιά με φυσικό τρόπο, τόσο περισσότερο αντιλαμβανόμαστε πως τα παιδιά μαθαίνουν με μέγιστη πληρότητα και σε μέγιστο βάθος, και με το μεγαλύτερο ενθουσιασμό, σε συνθήκες οι οποίες είναι σχεδόν αντίθετες από αυτές στα σχολεία.

Το υποχρεωτικό σχολείο είναι ένα καθεστώς (fixture) του πολιτισμού μας εδώ και αρκετές γενιές τώρα. Είναι δύσκολο σήμερα για τους περισσότερους ανθρώπους ακόμα και να φανταστούν πως θα μάθαιναν τα παιδιά ό,τι πρέπει να μάθουν για να πετύχουν μέσα στο πολιτισμικό μας περιβάλλον χωρίς αυτό. Ο πρόεδρος Obama και η Υπουργός Παιδείας Arne Duncan είναι τόσο «ερωτευμένοι» με το θεσμό του σχολείου που θέλουν ακόμα μεγαλύτερες σχολικές ημέρες και σχολικά έτη. Οι περισσότεροι άνθρωποι υποθέτουν πως ο βασικός σχεδιασμός των σχολείων, όπως τα γνωρίζουμε σήμερα, αναδύθηκε από επιστημονικές ενδείξεις σχετικά με το πως τα παιδιά μαθαίνουν με τον βέλτιστο τρόπο. Αλλά, στην πραγματικότητα, τίποτα δεν μπορεί να είναι πιο μακριά από την αλήθεια.

Τα σχολεία, όπως τα γνωρίζουμε σήμερα, είναι ένα προϊόν της ιστορίας, και όχι της έρευνας για το πως τα παιδιά μαθαίνουν. Το μοντέλο που ακόμα χρησιμοποιείται για τα σημερινά σχολεία αναπτύχθηκε κατά τη διάρκεια της Προτεσταντικής Μεταρρύθμισης, όταν δημιουργήθηκαν σχολεία για να διδάσκουν τα παιδιά να διαβάζουν τη Βίβλο, να πιστεύουν στις γραφές χωρίς να τις αμφισβητούν, και να υπακούν στα πρόσωπα εξουσίας χωρίς να τα αμφισβητούν. Οι πρώτοι ιδρυτές σχολείων ήταν αρκετά σαφείς στα γραπτά τους σχετικά με αυτό. Η ιδέα πως τα σχολεία θα μπορούσαν να είναι χώροι καλλιέργειας της κριτικής σκέψης, της δημιουργικότητας, του αυθορμητισμού ή της ικανότητας να μαθαίνεις αυτοκαθοδηγούμενος – τα είδη των δεξιοτήτων που περισσότερο χρειάζονται για την επιτυχία στη σημερινή οικονομία – ήταν το πιο μακρινό πράγμα, από αυτό που είχαν στο μυαλό τους. Για αυτούς η βούληση ήταν αμαρτία, που έπρεπε να εκριζωθεί από τα παιδιά, ή να κατασβησθεί, και όχι να ενθαρρυνθεί.

Όταν τα σχολεία περιήλθαν στο κράτος και έγιναν υποχρεωτικά, και κατευθύνθηκαν προς κοσμικούς στόχους, η βασική δομή και οι μέθοδοι της σχολικής οργάνωσης παρέμειναν αμετάβλητοι. Επακόλουθες προσπάθειες για μεταρρύθμιση απέτυχαν επειδή, παρόλο που σκάλισαν κάπως τη δομή, δεν τροποποίησαν το βασικό μοντέλο. Η από πάνω-προς-τα-κάτω, η διδάσκω-και-εξετάζω μέθοδος, στην οποία η μάθηση κινητοποιείται από ένα σύστημα ανταμοιβών και τιμωριών μάλλον παρά από περιέργεια ή από κάποια οποιαδήποτε πραγματική βιωμένη επιθυμία να μάθεις, είναι καλά σχεδιασμένη για εκπαίδευση κατήχησης και υπακοής, αλλά όχι για περισσότερα. Δεν είναι να απορεί κανείς που αρκετοί από τους μεγαλύτερους επιχειρηματικά νεωτεριστές και καινοτόμους ανθρώπους του κόσμου είτε παράτησαν νωρίς το σχολείο (όπως ο Thomas Edison), ή είπαν πως μισούσαν το σχολείο και πως έμαθαν σε αντίθεση με αυτό και όχι εξαιτίας αυτού (όπως ο Albert Einstein).
Δεν είναι να απορεί κανείς που, σήμερα, ακόμα και «οι καλύτεροι μαθητές/σπουδαστές» (ίσως ιδιαιτέρως αυτοί) συχνά αναφέρουν πως είναι «εξαντλημένοι» από τη διαδικασία της σχολικής λειτουργίας. Ένας από τους κορυφαίους απόφοιτους πρόσφατα εξηγώντας σε ένα δημοσιογράφο εφημερίδας γιατί καθυστερούσε την είσοδό του στο κολλέγιο, το έθεσε ως εξής: «Είχα αναλωθεί στο να τα πηγαίνω καλά και δεν κοιμόμουν αρκετά τα τελευταία δύο χρόνια. Είχα πέντε ή έξι ώρες εργασίας για το σπίτι κάθε βράδυ. Το τελευταίο πράγμα που θα ήθελα θα ήταν κι άλλο σχολείο.»

Οι περισσότεροι μαθητές– είτε μαθητές του Α, είτε μαθητές του Γ, είτε εκείνοι που αποτυγχάνουν – έχουν χάσει τη θέρμη τους για μάθηση από τη στιγμή που φτάνουν στο Γυμνάσιο ή το Λύκειο. Σε μια πρόσφατη ερευνητική μελέτη, οι Mihaly Czikszentmihalyl και Jeremy Hunter προσάρμοσαν σε περισσότερους από 800 μαθητές, από το Δημοτικό έως και το Γυμνάσιο, από 33 διαφορετικά σχολεία από όλη τη χώρα, ένα ειδικό ρολόι χειρός το οποίο μετέδιδε ένα σήμα σε τυχαίες χρονικές στιγμές της ημέρας. Όποτε εμφανιζόταν το μήνυμα, έπρεπε να συμπληρώσουν ένα ερωτηματολόγιο σχετικά με το που ήταν, τι έκαναν, και πόσο χαρούμενοι ή όχι ήταν εκείνη τη στιγμή. Τα χαμηλότερα επίπεδα χαράς, κατά πολύ, προέκυψαν όταν ήταν στο σχολείο και τα υψηλότερα επίπεδα προέκυψαν όταν ήταν εκτός σχολείου παίζοντας ή μιλώντας με φίλους. Στο σχολείο συχνά βαριόντουσαν, ήταν αγχωμένοι ή και τα δύο. Άλλοι ερευνητές έδειξαν πως, σε κάθε επόμενη διαδοχική τάξη, οι μαθητές αναπτύσσουν μια ολοένα και πιο αρνητική στάση προς τα αντικείμενα που διδάσκονται, ιδιαίτερα προς τα μαθηματικά και τις φυσικές επιστήμες.

Σαν κοινωνία, τείνουμε να μειώνουμε τέτοια ευρήματα. Δεν μας προκαλεί έκπληξη που η μάθηση είναι δυσάρεστη. Τη σκεφτόμαστε σαν ένα φάρμακο με άσχημη γεύση, δύσκολο να καταποθεί, αλλά καλό για τα παιδιά μακροπρόθεσμα. Κάποιοι άνθρωποι σκέφτονται ακόμα πως αυτή η ίδια η δυσαρέσκεια του σχολείου είναι καλή για τα παιδιά, έτσι θα μάθουν να ανέχονται τη δυσαρέσκεια, γιατί η ζωή μετά το σχολείο είναι δυσάρεστη. Ίσως αυτή η θλιβερή όψη για τη ζωή πηγάζει από τη σχολική ιδρυματοποίηση. Φυσικά, η ζωή έχει τα πάνω και τα κάτω της, και στην ενήλικη ζωή και στην παιδική ηλικία. Αλλά υπάρχουν αρκετές ευκαιρίες να μάθεις να ανέχεσαι τη δυσαρέσκεια χωρίς να προσθέτεις και τη δυσάρεστη σχολική ιδρυματοποίηση μέσα σε όλα. Η έρευνα έχει δείξει πως οι άνθρωποι όλων των ηλικιών μαθαίνουν με τον καλύτερο τρόπο όταν αυτο-κινητοποιούνται, ψάχνοντας απαντήσεις σε ερωτήσεις που είναι οι δικές τους πραγματικές ερωτήσεις, και κυνηγώντας στόχους που είναι οι δικοί τους στόχοι από την πραγματική ζωή. Σε τέτοιες συνθήκες η μάθηση είναι συνήθως γεμάτη χαρά.
 ***
Έχω αφιερώσει αρκετή από την ερευνητική μου καριέρα μελετώντας πως μαθαίνουν τα παιδιά. Τα παιδιά έρχονται στον κόσμο όμορφα “σχεδιασμένα” να κατευθύνουν την ίδια τους την εκπαίδευση. Είναι προικισμένα από τη φύση με ισχυρά ένστικτα εκπαίδευσης που συμπεριλαμβάνουν την περιέργεια, τη διάθεση για παιχνίδι, την κοινωνικότητα, την προσοχή που δείχνουν προς τις δραστηριότητες που συμβαίνουν γύρω τους, την επιθυμία να αναπτυχθούν και την επιθυμία να κάνουν ό,τι τα μεγαλύτερα παιδιά και οι μεγάλοι μπορούν να κάνουν.

Η απόδειξη για όλα αυτά, όσον αφορά στα μικρά παιδιά, βρίσκεται μπροστά στα μάτια οποιουδήποτε έχει παρακολουθήσει ένα παιδί να μεγαλώνει από τη βρεφική έως τη σχολική ηλικία. Μέσα από τις δικές τους προσπάθειες τα παιδιά μαθαίνουν να περπατάνε, να τρέχουν, να πηδούν και να σκαρφαλώνουν. Μαθαίνουν εκ του μηδενός τη μητρική τους γλώσσα, και με αυτήν, μαθαίνουν να διατυπώνουν την θέλησή τους, τα επιχειρήματά τους, την ενόχλησή τους, τη φιλικότητά τους, τη χάρη τους και να ρωτούν ερωτήσεις. Μέσα από τα ερωτήματα και την εξερεύνηση συγκεντρώνουν ένα τεράστιο ποσό γνώσης για το φυσικό και κοινωνικό κόσμο γύρω τους, και στο παιχνίδι τους εφαρμόζουν στην πράξη δεξιότητες που προωθούν τη φυσική, διανοητική, κοινωνική και συναισθηματική τους ανάπτυξη. Το κάνουν όλο αυτό προτού οποιοσδήποτε, με οποιονδήποτε συστηματικό τρόπο, προσπαθήσει να τους διδάξει οτιδήποτε.

Αυτή η καταπληκτική πορεία και η ικανότητα μάθησης δεν αδρανοποιείται όταν τα παιδιά γίνονται 5 ή 6 χρονών. Εμείς την αδρανοποιούμε με το καταναγκαστικό μας σύστημα της σχολικής οργάνωσης. Το μεγαλύτερο, το περισσότερο σταθερό μάθημα του σχολικού μας συστήματός είναι πως η μάθηση είναι εργασία, που πρέπει να αποφεύγεται όποτε είναι δυνατόν.

Η δική μου έρευνα εστιάζεται στη μάθηση των παιδιών που είναι σε "σχολική ηλικία", αλλά δεν στέλνονται σε σχολείο ή όχι σε σχολείο όπως το αντιλαμβανόμαστε συμβατικά. Έχω εξετάσει πως τα παιδιά μαθαίνουν σε πολιτισμούς που δεν έχουν σχολεία, ιδιαίτερα σε πολιτισμούς κυνηγών-συλλεκτών, το είδος των πολιτισμών στο οποίο το είδος μας αναπτύχθηκε. Επίσης έχω μελετήσει τη μάθηση στο δικό μας πολιτισμό σε παιδιά στα οποία δίνεται η εμπιστοσύνη να αναλάβουν την ευθύνη της δικής τους εκπαίδευσης και στα οποία παρέχεται η ευκαιρία και τα μέσα να εκπαιδεύσουν τους εαυτούς τους. Σε τέτοια περιβάλλοντα η φυσική περιέργεια των παιδιών και το έντονό τους ενδιαφέρον παραμένει σε όλη τη διάρκεια της παιδικής ηλικίας και της εφηβείας, και στην ενήλικη ζωή.
Ένας άλλος ερευνητής ο οποίος έχει τεκμηριώσει τη δύναμη της αυτο-κατευθυνόμενης μάθησης είναι ο Sugata Mitra. Έστησε έξω ηλεκτρονικούς υπολογιστές σε πολύ φτωχές γειτονιές στην Ινδία, όπου τα περισσότερα παιδιά δεν πήγαιναν στο σχολείο και αρκετά ήταν αναλφάβητα. Οπουδήποτε έστησε ένα τέτοιο υπολογιστή μαζεύονταν δεκάδες παιδιών και, χωρίς τη βοήθεια ενήλικων, έβρισκαν πως να τον χρησιμοποιήσουν. Αυτά που δεν ήξεραν να διαβάζουν άρχισαν να διαβάζουν αλληλεπιδρώντας με τον υπολογιστή και τα άλλα παιδιά γύρω τους. Οι υπολογιστές έδωσαν στα παιδιά πρόσβαση στη γνώση ολόκληρου του κόσμου – σε ένα απομακρυσμένο χωριό τα παιδιά που προηγουμένως δεν γνώριζαν τίποτε για τους μικροοργανισμούς, έμαθαν για τα βακτήρια και τους ιούς μέσα από τις αλληλεπιδράσεις τους με τον υπολογιστή και άρχισαν να χρησιμοποιούν αυτή τη νέα γνώση στις συζητήσεις με κατάλληλο τρόπο.

Τα πειράματα του Mitra απεικονίζουν, πως αυτές οι τρεις κεντρικές διαστάσεις της ανθρώπινης φύσης – η περιέργεια, η διάθεση για παιχνίδι και η κοινωνικότητα – μπορούν να συνδυαστούν όμορφα για να υπηρετήσουν το σκοπό της εκπαίδευσης. Η περιέργεια τράβηξε τα παιδιά στον υπολογιστή και τα κινητοποίησε να τον εξερευνήσουν× το παιχνίδι τους έδωσε το κίνητρο να εφαρμόσουν στην πράξη πολλές δεξιότητες σχετικές με τον υπολογιστή× και η κοινωνικότητα επέτρεψε σε αυτό που κάθε παιδί έμαθε, να διαδοθεί σαν πυρκαγιά σε δεκάδες άλλα παιδιά.
 ***
Στον πολιτισμό μας σήμερα υπάρχουν αρκετοί δρόμοι μέσα από τους οποίους τα παιδιά μπορούν να διοχετεύσουν τις φυσικές τους τάσεις και ένστικτα για να μάθουν οτιδήποτε χρειάζονται να γνωρίζουν για μια επιτυχημένη ενήλικη ζωή. Περισσότερα από 2 εκατομμύρια παιδιά στις Ηνωμένες Πολιτείες βασίζουν τώρα την εκπαίδευσή τους στο σπίτι και στην ευρύτερη κοινότητα, απ’ ότι στο σχολείο, και ένα ολοένα αυξανόμενο ποσοστό των οικογενειών τους έχουν παραγκωνίσει τις καθιερωμένες προσεγγίσεις για το πρόγραμμα σπουδών προς χάριν της αυτο-κατευθυνόμενης μάθησης. Αυτοί οι γονείς δεν διδάσκουν ούτε εξετάζουν, αλλά παρέχουν ένα οικογενειακό περιβάλλον το οποίο διευκολύνει τη μάθηση, και βοηθούν τα παιδιά τους να συνδεθούν με κοινοτικές δράσεις από τις οποίες αυτά θα μάθουν. Κάποιες από αυτές τις οικογένειες ξεκίνησαν αυτή την προσέγγιση εδώ και αρκετό καιρό και έχουν ενήλικα παιδιά που τώρα προοδεύουν στην ανώτατη εκπαίδευση και στην εργασιακή καριέρα.

Η συνάδελφός μου Gina Riley και εγώ πήραμε πρόσφατα ερευνητικές συνεντεύξεις από 232 τέτοιες οικογένειες. Σύμφωνα με τις αναφορές των οικογενειών αυτών τα κύρια πλεονεκτήματα αυτής της προσέγγισης βρίσκονται στην συνεχιζόμενη περιέργεια, δημιουργικότητα και στο θερμό ενδιαφέρον των παιδιών για μάθηση, στην ελευθερία και την αρμονία που βιώνει ολόκληρη η οικογένεια όταν ανακουφίζεται από τις πιέσεις και τα προγράμματα του σχολείου και το βάρος της χειραγώγησης των παιδιών για να κάνουν τις εργασίες για το σπίτι που δεν τους κινούν το ενδιαφέρον. Όπως το έθεσε μια μητέρα, «Οι ζωές μας είναι ουσιαστικά ελεύθερες από στρες … Έχουμε πολύ στενή σχέση χτισμένη πάνω στην αγάπη, στην αμοιβαία εμπιστοσύνη και τον αμοιβαίο σεβασμό». Συνέχισε γράφοντας: «Σαν εκπαιδευτικός βλέπω πως η κόρη μου έχει καταπληκτικές ικανότητες κριτικής σκέψης τις οποίες πολλοί από τους ενήλικους σπουδαστές δεν έχουν … Η κόρη μου ζει και μαθαίνει στον πραγματικό κόσμο και το λατρεύει αυτό. Τι περισσότερο θα μπορούσα να ζητήσω;»

Η Riley και εγώ ολοκληρώνουμε την παρούσα περίοδο μια μελέτη για περίπου 80 ενήλικες που οι ίδιοι «διδάχθηκαν» στο σπίτι με αυτό τον αυτο-κατευθυνόμενο τρόπο, όταν ήταν σε «σχολική ηλικία». Τα πλήρη αποτελέσματα δεν είναι ακόμα έτοιμα, αλλά είναι σαφές πως αυτοί που εφάρμοσαν αυτή την προσέγγιση προήλθαν από μια ποικιλία κοινωνικοοικονομικών υποβάθρων και έχουν, συνολικά, συνεχίσει πολύ επιτυχημένα στην ενήλικη ζωή.

Καθώς η αυτο-κατευθυνόμενη προσέγγιση στην εκπαίδευση στο σπίτι έχει κερδίσει σε δημοτικότητα, ολοένα και περισσότερα κέντρα και δίκτυα έχουν κάνει την εμφάνισή τους για να προσφέρουν υλικό, κοινωνικές (δια)συνδέσεις και επιπρόσθετες εκπαιδευτικές ευκαιρίες για τα παιδιά και τις οικογένειες που υιοθετούν αυτή την προσέγγιση (πολλά καταγράφονται σε λίστα σε ένα νέο συγκεντρωτικό website, AlternativesToSchool.com). Με αυτά – μαζί με βιβλιοθήκες και άλλες κοινότητες με υλικό οι οποίες είναι πάντοτε διαθέσιμες και, φυσικά, με το Internet – οι εκπαιδευτικές ευκαιρίες είναι απεριόριστες.

Αλλά δεν έχει κάθε οικογένεια τα απαραίτητα μέσα ή την επιθυμία να διευκολύνει την αυτο-κατευθυνόμενη εκπαίδευση των παιδιών στο σπίτι. Για πολλούς μια καλύτερη επιλογή είναι ένα δημοκρατικό σχολείο όπως αποκαλείται, όπου τα παιδιά έχουν την ευθύνη της δικής τους εκπαίδευσης σε ένα περιβάλλον που βελτιστοποιεί τις εκπαιδευτικές τους ευκαιρίες και όπου υπάρχουν πολλά άλλα παιδιά με τα οποία έρχονται σε κοινωνική επαφή και μαθαίνουν. (Τέτοια σχολεία δεν πρέπει να συγχέονται με τα σχολεία Montessori ή άλλους τύπους «προοδευτικών» σχολείων που επιτρέπουν περισσότερο παιχνίδι και προσφέρουν περισσότερες επιλογές από ότι τα τυπικά σχολεία, αλλά που ωστόσο διατηρούν ένα από-πάνω-προς-τα-κάτω, από-τον-καθηγητή-προς-το-μαθητή σύστημα εξουσίας και ένα σχετικά ομοιόμορφο/ενιαίο πρόγραμμα σπουδών που όλοι οι μαθητές είναι αναμενόμενο να παρακολουθήσουν.)

Κατά τη διάρκεια πολλών ετών έχω παρατηρήσει τη διαδικασία της μάθησης σε ένα τέτοιο μέρος, το Sudbury Valley School, στο Framingham, Mass. Ονομάζεται σχολείο, αλλά είναι όσο διαφορετικό μπορείς να φανταστείς από ό,τι συνήθως σκεφτόμαστε ένα «σχολείο». Οι μαθητές, οι οποίοι έχουν ηλικίες από 4 έως σχεδόν 18, είναι ελεύθεροι όλη μέρα να κάνουν οτιδήποτε θέλουν, όσο δεν παραβιάζουν κανέναν από τους κανόνες του σχολείου. Οι κανόνες, οι οποίοι δημιουργούνται δημοκρατικά στη Σχολική Συνάντηση από τους μαθητές και το προσωπικό μαζί, δεν έχουν τίποτα να κάνουν με τη μάθηση× έχουν να κάνουν με τη διατήρηση της ησυχίας και της τάξης και επιβάλλονται από ένα σύστημα δικαιοσύνης, κατά το αντίστοιχο μοντέλο της ευρύτερης κοινωνίας μας. Το σχολείο έχει την παρούσα περίοδο περίπου 150 μαθητές και 10 μέλη προσωπικού, και λειτουργεί έναντι ενός οικονομικού αντίτιμου ανά μαθητή, το οποίο είναι λιγότερο από το μισό από αυτό των γειτονικών δημόσιων σχολείων. Δέχεται ουσιαστικά όλους τους μαθητές που κάνουν αίτηση και των οποίων οι γονείς συμφωνούν να τους εγγράψουν.

Σήμερα υπάρχουν περίπου είκοσι τέσσερα σχολεία στις Ηνωμένες Πολιτείες που λειτουργούν σύμφωνα με το μοντέλο του Sudbury Valley, και υπάρχουν επίσης άλλα που έχουν τα περισσότερα από τα βασικά χαρακτηριστικά του. Συγκρινόμενα με άλλα ιδιωτικά σχολεία, αυτά τα σχολεία χρεώνουν χαμηλές συνδρομές, και κάποια έχουν κυμαινόμενες κλίμακες συνδρομής. Οι σπουδαστές προέρχονται από μια ευρεία ποικιλία υποβάθρων και έχουν ευρεία ποικιλομορφία προσωπικοτήτων.

Για εκείνους που δεν το έχουν ζήσει από πρώτο χέρι, είναι δύσκολο να φανταστούν πως ένα τέτοιο σχολείο θα μπορούσε να λειτουργήσει. Ωστόσο το Sudbury Valley υπάρχει εδώ και 45 χρόνια τώρα και έχει εκατοντάδες απόφοιτους, οι οποίοι τα καταφέρνουν θαυμάσια στον πραγματικό κόσμο.

Πριν από πολλά χρόνια ο συνάδελφός μου ο David Chanoff και εγώ διεξαγάγαμε μια μελέτη παρακολούθησης των αποφοίτων του σχολείου. Βρήκαμε πως εκείνοι που ακολούθησαν την ανώτατη εκπαίδευση (περίπου το 75 τοις εκατό) δεν ανέφεραν καμία συγκεκριμένη δυσκολία να εισαχθούν στις σχολές της επιλογής τους και να τα καταφέρουν εκεί αφού έγιναν δεκτοί. Κάποιοι, συμπεριλαμβανομένων μερικών οι οποίοι ποτέ δεν είχαν προηγουμένως παρακολουθήσει μια τυπική σειρά μαθημάτων, συνέχισαν με επιτυχία σε πολύ ονομαστά κολλέγια και πανεπιστήμια. Σαν ομάδα, ανεξάρτητα από το αν είχαν ακολουθήσει την ανώτατη εκπαίδευση ή όχι, ήταν αξιοσημείωτα επιτυχημένη στην εύρεση απασχόλησης/εργασίας. Είχαν καταλήξει σε ένα ευρύ φάσμα εργασιών, που συμπεριλαμβάνει τις επιχειρήσεις, τις τέχνες, τις φυσικές επιστήμες, την ιατρική, άλλα επαγγέλματα παροχής υπηρεσιών, και τεχνικά επαγγέλματα. Οι περισσότεροι είπαν πως το κυριότερο πλεονέκτημα της εκπαίδευσής τους στο Sudbury Valley ήταν πως είχαν αποκτήσει μια αίσθηση προσωπικής ευθύνης και ικανότητας για αυτο-έλεγχο, η οποία τους υπηρέτησε καλά σε όλες τις διαστάσεις της ζωής τους. Πολλοί επίσης σχολίασαν τη σπουδαιότητα των δημοκρατικών αξιών που είχαν αποκτήσει, μέσα από την πράξη, στο σχολείο. Πιο πρόσφατα, δύο μεγαλύτερες μελέτες για τους απόφοιτους, που διεξήχθησαν από το ίδιο το σχολείο, έχουν δώσει παρόμοια αποτελέσματα και έχουν εκδοθεί με τη μορφή βιβλίων.

Οι μαθητές σε ένα τέτοιο περιβάλλον μαθαίνουν να διαβάζουν, να υπολογίζουν και να χρησιμοποιούν υπολογιστές με του ίδιους διασκεδαστικούς/παιχνιδιάρικους τρόπους που τα παιδιά στους πολιτισμούς των κυνηγών-συλλεκτών μαθαίνουν να κυνηγούν και να συλλέγουν. Επίσης αναπτύσσουν περισσότερο εξειδικευμένα ενδιαφέροντα και πάθη, τα οποία μπορούν να οδηγήσουν άμεσα ή έμμεσα σε (σχετικές) καριέρες. Για παράδειγμα, ένας πολύ επιτυχημένος μηχανικός και εφευρέτης ξόδεψε την παιδική του ηλικία χτίζοντας και διαλύοντας πράγματα για να δει πως λειτουργούν. Ένας άλλος απόφοιτος, που έγινε (πανεπιστημιακός) καθηγητής των μαθηματικών, είχε παίξει έντονα και δημιουργικά με τα μαθηματικά. Και ακόμα ένας άλλος, ένας σχεδιαστής μόδας  υψηλής ραπτικής, είχε παίξει κάνοντας ρούχα για κούκλες και έπειτα ρούχα για τον ίδιο και τους φίλους του.

Πιστεύω πως το Sudbury Valley δουλεύει τόσο καλά ως ένα εκπαιδευτικό περιβάλλον, επειδή παρέχει τις συνθήκες που βελτιστοποιούν τις φυσικές ικανότητες των παιδιών να εκπαιδεύουν τους εαυτούς τους. Αυτές οι συνθήκες περιλαμβάνουν:

α) απεριόριστη ευκαιρία να παίξουν και να εξερευνήσουν (η οποία τους επιτρέπει να ανακαλύψουν και να κυνηγήσουν τα ενδιαφέροντά τους)×

β) επαφή με μια ποικιλία από ενήλικες, με διάθεση φροντίδας και με γνώση, οι οποίοι είναι βοηθοί, όχι κριτές×

γ)ελεύθερη μίξη διαφόρων ηλικιών μεταξύ παιδιών και εφήβων (το αναμειγμένο-ηλικιακά παιχνίδι συμβάλλει πολύ περισσότερο στη μάθηση, από όσο το παιχνίδι μεταξύ εκείνων που είναι όλοι στο ίδιο επίπεδο)×

δ) άμεση συμμετοχή σε μια σταθερή, ηθική, δημοκρατική κοινότητα στην οποία αποκτούν μια αίσθηση ευθύνης για τους άλλους, όχι μονάχα για τους εαυτούς τους.

Σκεφτείτε το:
Καμιά από αυτές τις συνθήκες δεν είναι παρούσα στα τυπικά/συμβατικά/κανονικά σχολεία.


Δεν εννοώ να ζωγραφίσω την αυτο-κατευθυνόμενη εκπαίδευση ως πανάκεια. Η ζωή δεν είναι πάντοτε εύκολη, οποιεσδήποτε και αν είναι οι συνθήκες. Αλλά η έρευνά μου και η έρευνα άλλων σε αυτά τα περιβάλλοντα με έχει κάνει να αποκτήσω την πεποίθηση, πέρα από κάθε αμφιβολία, πως οι φυσικές ροπές και ικανότητες των νέων ανθρώπων να μαθαίνουν είναι πλήρως επαρκείς στο να κινητοποιήσουν όλη τους την εκπαίδευση. Όταν θέλουν ή χρειάζονται βοήθεια από άλλους, την ζητούν. Δεν πρέπει να αναγκάζουμε τους ανθρώπους να μαθαίνουν× ό,τι χρειάζεται να κάνουμε είναι να τους παρέχουμε την ελευθερία και τις ευκαιρίες να το κάνουν. Φυσικά, δεν πρόκειται ο καθένας να μάθει τα ίδια πράγματα, με τον ίδιο τρόπο, ή στον ίδιο χρόνο. Αλλά αυτό είναι κάτι καλό. Η κοινωνία μας προάγεται από τη διαφορετικότητα. Ο πολιτισμός μας χρειάζεται ανθρώπους με πολλά διαφορετικά είδη δεξιοτήτων, ενδιαφερόντων και προσωπικοτήτων. Πιο πολύ απ’ όλα χρειαζόμαστε ανθρώπους που κυνηγούν τη ζωή με πάθος και που παίρνουν την ευθύνη του εαυτού τους καθόλη τη ζωή τους. Αυτοί είναι οι κοινοί παρονομαστές των ανθρώπων που έχουν πάρει την ευθύνη της δικιάς τους εκπαίδευσης.



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Free Technology for teachers

Νέα από το Πανελλήνιο Σχολικό Δίκτυο

Πανελλήνιο Σχολικό Δίκτυο: Ενημέρωση - Προσεχείς Eκδηλώσεις

Science in School

Sch.gr Video Feed

E-lectures

TEDTalks (video)

Παρουσιάστηκε σφάλμα σε αυτό το gadget